Κυριακή, 29 Μαρτίου 2009

Αλέξανδος Παπαδιαμάντης - Ἄνθος τοῦ γιαλοῦ





Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Ἄνθος τοῦ γιαλοῦ

Ψαρόβαρκα στο ηλιοβασίλεμα (Κωνσταντίνος Βολανάκης)



πὶ πολλὰς νύκτας κατὰ συνέχειαν ἔβλεπεν ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, ἐκεῖ ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ, κοντὰ στὰ Κοτρώνια τοῦ ἀνατολικοῦ γιαλοῦ, ἀνάμεσα εἰς δυὸ ὑψηλοὺς βράχους καὶ κάτω ἀπὸ ἕνα παλαιὸν ἐρημόσπιτον κατηρειπωμένον, - ἐκεῖ ἔστρωνε συνήθως τὴν κάπαν ἐπάνω στὴν πλώρην τῆς βάρκας, κ᾿ ἐκοιμᾶτο χορευτὸν καὶ νανουρισμένον ὕπνον, τρεῖς σπιθαμὲς ὑψηλότερ᾿ ἀπὸ τὸ κῦμα, θεωρῶν τὰ ἄστρα, καὶ μελετῶν τὴν Πούλιαν καὶ ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ - ἔβλεπε, λέγω, ἀνοικτὰ εἰς τὸ πέλαγος, ἔξω ἀπὸ τὰ δυὸ ἀνθισμένα νησάκια, τὰ φυλάττοντα ὡς σκοποὶ τὸ στόμιον τοῦ λιμένος, ἓν μελαγχολικὸν φῶς - κανδήλι, φανόν, λαμπάδα, ἢ ἄστρον πεσμένον - νὰ τρεμοφέγγῃ, ἐκεῖ μακράν, εἰς τὸ βάθος τῆς μελανωμένης εἰκόνος, ἐπιπολῆς εἰς τὸ κῦμα, καὶ νὰ στέκῃ ἐπὶ ὥρας, φαινόμενον ὡς νὰ ἔπλεε, καὶ μένον ἀκίνητον.
Ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, λεμβοῦχος ψαράς, ἦτον ἀδύνατος στὰ μυαλὰ ὅπως καὶ πᾶς θνητός. Ἀρκετὸν ἦτο ἤδη ὁποὺ ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ ἐκεῖ, δίπλα εἰς τοὺς δυὸ μαυρισμένους βράχους, κάτω ἀπὸ τὸ ἐρημόσπιτον ἐκεῖνο, τ᾿ ὁλόρθον ἄψυχον φάντασμα, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν φήμην, ὅτι ἦτο στοιχειωμένον. Ἐκαλεῖτο κοινῶς «τῆς Λουλούδως τὸ Καλύβι». Διατί; Κανεὶς δὲν ἤξευρεν. Ἤ, ἂν ὑπῆρχον ὀλίγα γραΐδια «λαδικά», ἢ καὶ δυὸ τρεῖς γέροι, γνωρίζοντες τὰς παλαιὰς ἱστορίας τοῦ τόπου, ὁ Μάνος δὲν ἔτυχεν εὐκαιρίας νὰ τοὺς ἐρωτήση.
Ψαρόβαρκα (Κωνσταντίνος Βολανάκης)Ἔβλεπε, βραδιὲς τώρα, τὸ παράδοξον ἐκεῖνο μεμακρυσμένον φῶς νὰ τρέμῃ καὶ νὰ φέγγῃ ἐκεῖ εἰς τὸ πέλαγος, ἐνῷ ἤξευρεν, ὅτι δὲν ἦτο ἐκεῖ κανεὶς φάρος. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε φροντίσει δι᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα εἰς τὰ μικρὰ μέρη, τὰ μὴ ἔχοντα ἰσχυροὺς βουλευτάς.
Τί, λοιπόν, ἦτο τὸ φῶς ἐκεῖνο; Ἠσθάνετο ἐπιθυμίαν, ἐπειδὴ σχεδὸν καθημερινῶς ἐπέρνα μὲ τὴν βάρκα του ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πέραμα, ἀνάμεσα εἰς τὰ δυὸ χλοερὰ νησάκια, καὶ δὲν ἔβλεπε κανὲν ἴχνος ἐκεῖ τὴν ἡμέραν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξηγῇ τὴν παρουσίαν τοῦ φωτὸς τὴν νύκτα, νὰ πλεύση τὰ μεσάνυχτα, διακόπτων τὸν μακάριον ὕπνον του, καὶ τοὺς ρεμβασμούς του πρὸς τ᾿ ἄστρα καὶ τὴν Πούλιαν, νὰ φθάση ἕως ἐκεῖ, νὰ ἰδῆ τί εἶναι, καί, ἐν ἀνάγκῃ, νὰ τὸ κυνηγήση τὸ μυστηριῶδες ἐκεῖνο φέγγος. Ὅθεν ὁ Μάνος, ἐπειδὴ ἦτο ἀσθενὴς ἄνθρωπος, καθὼς εἴπομεν, νέος εἰκοσαετής, ἐκάλεσεν ἐπίκουρον καὶ τὸν Γιαλὴν τῆς Φαφάνας, δέκα ἔτη μεγαλύτερόν του, ἀφοῦ τοῦ διηγήθη τὸ νυκτερινὸν ὅραμά του, διὰ νὰ τοῦ κάμῃ συντροφιὰν εἰς τὴν ἀσυνήθη ἐκδρομήν.
** *
Πλοίο κάτω από το φεγγαρόφωτο (Κωνσταντίνος Βολανάκης)
Ἐπῆγαν μίαν νύκτα, ὅταν ἡ σελήνη ἦτο ἐννέα ἡμερῶν, κ᾿ ἔμελλε νὰ δύση περὶ τὴν μίαν μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Τὸ φῶς ἐφαίνετο ἐκεῖ, ἀκίνητον ὡς καρφωμένον, ἐνῷ ὁ πύρινος κολοβὸς δίσκος κατέβαινεν ἤρεμα πρὸς δυσμᾶς κ᾿ ἔμελλε νὰ κρυφθῆ ὀπίσω τοῦ βουνοῦ. Ὅσον ἔπλεαν αὐτοὶ μὲ τὴν βάρκαν, τόσον τοὺς ἔφευγε, χωρὶς νὰ κινῆται ὀφθαλμοφανῶς, ὁ μυστηριώδης πυρσός. Ἔβαλαν δύναμιν εἰς τὰ κουπιά, «ἐξεπλατίσθηκαν». Τὸ φῶς ἐμακρύνετο, ἐφαίνετο ἀπώτερον ὁλονέν. Ἦτο ἄφθαστον. Τέλος ἔγινεν ἄφαντον ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς των.
Ὁ Μάνος, μαζὶ μὲ τὸν Φαφάναν, ἔκαμαν πολλοὺς σταυρούς. Ἀντήλλαξαν ὀλίγας λέξεις:
- Δὲν εἶναι φανάρι, δὲν εἶναι καΐκι, ὄχι.
- Καὶ τί εἶναι;
- Εἶναι...
Ὁ Γιαλὴς τῆς Φαφάνας δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ.
Τὴν νύκτα τῆς τρίτης ἡμέρας, καὶ πάλιν δυὸ ἢ τρεῖς ἡμέρας μετ᾿ αὐτήν, οἱ δυὸ ναυτίλοι ἐπεχείρησαν ἐκ νέου τὴν ἐκδρομήν. Πάντοτε ἔβλεπαν τὴν μυστηριώδη λάμψιν νὰ χορεύῃ εἰς τὰ κύματα. Εἶτα, ὅσον ἐπλησίαζαν αὐτοί, τόσον τὸ ὅραμα ἔφευγε. Καὶ τέλος ἐγίνετο ἄφαντον. Τί ἄρα ἦτο;
** *
Βαθεια στη θάλασσα το απόγευμα (Κωνσταντίνος Βολανάκης)Εἷς μόνον γείτων εἶχε παρατηρήσει τὰς ἐπανειλημμένας νυκτερινὰς ἐκδρομὰς τῶν δυὸ φίλων μὲ τὴν βάρκαν. Ὁ Λίμπος ὁ Κόκοϊας, ἄνθρωπος πενηντάρης, εἶχε διαβάσει πολλὰ παλαιὰ βιβλία μὲ τὰ ὀλίγα κολλυβογράμματα ποὺ ἤξευρε, καὶ εἶχεν ὁμιλήσει μὲ πολλὰς γραίας σοφάς, αἵτινες ὑπῆρξαν τὸ πάλαι. Ἐκάθητο ὅλην τὴν νύκτα, ἀγρυπνῶν, σιμὰ εἰς τὸ παράθυρόν του, βλέπων πρὸς τὴν θάλασσαν, καὶ πότε ἐδιάβαζε τὰ βιβλία του, πότε ἐρρέμβαζε πρὸς τὰ ἄστρα καὶ πρὸς τὰ κύματα. Ἡ καλύβη του, ὅπου ἔρημος καὶ μόνος ἐκατοικοῦσεν, ἔκειτο ὀλίγους βράχους παραπέρα ἀπὸ τὸ σπίτι τῆς Λουλούδως, ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του ὁ Μάνος, ἀνάμεσα εἰς τὸ σπίτι τῆς Βάσως τοῦ Ραγιᾶ καὶ τῆς Γκαβαλογίνας.
Μίαν νύκτα, ὁ Κορωνιὸς καὶ ὁ ἐγγονὸς τῆς Φαφάνας ἡτοιμάζοντο νὰ λύσουν τὴν βάρκαν, καὶ νὰ κωπηλατήσουν, τετάρτην φοράν, διὰ νὰ κυνηγήσουν τὸ ἀσύλληπτον θήραμά των.
Βουνό και πλοία (Κωνσταντίνος Βολανάκης)Ὁ Λίμπος ὁ Κόκοϊας τοὺς εἶδεν, ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν καλύβην του, φορῶν ἄσπρον σκοῦφον καὶ ράσον μακρύ, ὅπως ἐσυνήθιζε κατ᾿ οἶκον, ἐπήδησε δυὸ τρεῖς βράχους πρὸς τὰ ἐκεῖ, κ᾿ ἔφθασε παραπάνω ἀπὸ τὸ μέρος, ὅπου εὑρίσκοντο οἱ δυὸ φίλοι.
- Γιὰ ποῦ, ἂν θέλῃ ὁ Θεός, παιδιά; τοὺς ἐφώναξεν. Εἶναι βραδιὲς τώρα ποὺ τρέχετε ἔξω ἀπὸ τὸ λιμάνι, χωρὶς νὰ γιαλεύετε, χωρὶς νὰ πυροφανίζετε - καὶ τὰ ψάρια σας δὲν τὰ εἴδαμε. Μήπως σᾶς ὠνείρεψε καὶ σκάφτετε πουθενά, γιὰ νὰ βρῆτε τίποτα θησαυρό;
Ὁ Μάνος παρεκάλεσε τὸν Κόκοϊαν νὰ κατεβῇ παρακάτω καὶ νὰ ὁμιλῇ σιγανώτερα. Εἶτα δὲν ἐδίστασε νὰ τοῦ διηγηθῆ τὸ ὅραμά του.
Ὁ Λίμπος ἤκουσε μετὰ προσοχῆς. Εἶτα ἐγέλασε:
- Ἀμ᾿ ποὺ νὰ τὰ ξέρετε αὐτὰ ἐσεῖς, οἱ νέοι, εἶπε, σείων σφοδρῶς τὴν κεφαλήν. Τὸν παλαιὸν καιρὸν τέτοια πράματα, σὰν αὐτὸ ποὺ εἶδες, Μάνο, τὰ ἔβλεπαν ὅσοι ἦταν καθαροί, τώρα τὰ βλέπουν μόνο οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι. Ἐγὼ δὲ βλέπω τίποτα!.. Τὸ ἴδιο κι ὁ Γιαλὴς βλέπει αὐτὸ ποῦ λὲς πῶς βλέπεις;
Ὁ Γιαλὴς ἠναγκάσθη μὲ συστολὴν κατωτέραν της ἡλικίας του νὰ ὁμολογήση, ὅτι δὲν ἔβλεπε τὸ φῶς, περὶ οὗ ὁ λόγος, ἀλλ᾿ ἐπείθετο εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Μάνου, ὅστις ἔλεγεν ὅτι τὸ βλέπει.
Ὁ Κόκοϊας, ἤρχισε τότε νὰ διηγῆται:
- Ἀκοῦστε νὰ σᾶς πῶ, παιδιά. Ἐγὼ ποὺ μὲ βλέπετε, ἔφθασα τὴ γριά-Κοεράνω τοῦ Ραγιᾶ, τὴν μαννοὺ αὐτῆς τῆς Βάσως τῆς γειτόνισσας, καθὼς καὶ τὴ μάννα τῆς Γκαβαλογίνας, ἀκόμα κι ἄλλες γριές. Μοῦ εἶχαν διηγηθῆ πολλὰ πρωτινά, παλαιικὰ πράματα, καθὼς κι αὐτὸ ποὺ θὰ σᾶς πῶ τώρα:
»Βλέπετε αὐτὸ τὸ χάλασμα, τὸ Καλύβι τῆς Λουλούδως, ποὺ λένε πῶς εἶναι στοιχειωμένο; Ἐδῶ τὸν παλαιὸν καιρὸ ἐκατοικοῦσε μιὰ κόρη, ἡ Λουλούδω, ὁποὺ τὴν εἶχαν ὀνοματίσει γιὰ τὴν ἐμορφιά της, - ἔλαμπε ὁ ἥλιος, ἔλαμπε κι αὐτὴ - μαζὶ μὲ τὸν πατέρα της τὸν γερό-Θεριὰ (ἑλληνικὰ τὸν ἔλεγαν Θηρέα), ὅπου ἐκυνηγοῦσε ὅλους τοὺς Δράκους καὶ τὰ Στοιχειά, μὲ τὴν ἀσημένια σαγίτα καὶ μὲ φαρμακωμένα βέλη. Ἕνα Βασιλόπουλο ἀπὸ τὰ ξένα τὴν ἀγάπησε τὴν ὄμορφη Λουλούδω. Τῆς ἔδωκε τὸ δαχτυλίδι του, κ᾿ ἐκίνησε νὰ πάῃ στὸ σεφέρι καὶ τῆς ἔταξε μὲ ὅρκον ὅτι, ἅμα νικήση τοὺς βαρβάρους, τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ γεννηθῆ ὁ Χριστός, θὰ ἔρθη νὰ τὴν στεφανωθῇ.
»Ἐπῆγε τὸ Βασιλόπουλο. Ἔμεινεν ἡ Λουλούδω, ρίχνοντας τὰ δάκρυά της στὸ κῦμα, στὸν ἀέρα στέλνοντας τοὺς ἀναστεναγμούς της, καὶ τὴν προσευχὴ στὰ οὐράνια, νὰ βγῆ νικητὴς τὸ Βασιλόπουλο, νὰ ἔρθη ἡ μέρα ποὺ θὰ γεννηθῆ ὁ Χριστός, νὰ γυρίση ὁ σαστικός της νὰ τὴν στεφανωθῆ.
»Ἔφτασε ἡ μέρα ποὺ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. Ἡ Παναγία μὲ ἀστραφτερὸ πρόσωπο, χωρὶς πόνο, χωρὶς βοήθεια, γέννησε τὸ Βρέφος μὲς στὴ Σπηλιά, τὸ ἐσήκωσε, τὸ ἐσπαργάνωσε μὲ χαρά, καὶ τὸ ῾βαλε στὸ παχνί, γιὰ νὰ τὸ κοιμίση. Ἕνα βοϊδάκι κ᾿ ἕνα γαϊδουράκι ἐσίμωσαν τὰ χνῶτα τοὺς στὸ παχνὶ κ᾿ ἐφυσοῦσαν μαλακὰ νὰ ζεστάνουν τὸ θεῖο Βρέφος. Νά, τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!
Adoration of the Shepherds (detail) 1596-1600 El Greco (Domenikos Theotokopoulos)
»Ἦρθαν οἱ βοσκοί, δυὸ γέροι μὲ μακριὰ ἄσπρα μαλλιά, μὲ τὶς μαγκοῦρες τους, ἕνα βοσκόπουλο μὲ τὴ φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ θεῖο Βρέφος. Εἶχαν ἰδεῖ τὸν Ἄγγελον ἀστραπόμορφον, μὲ χρυσογάλανα λευκὰ φτερά, εἶχαν ἀκούσει τ᾿ ἀγγελούδια ποὺ ἔψαλλαν: Δόξα ἐν ὑφίστοις Θεῷ! Ἔμειναν γονατιστοί, μ᾿ ἐκστατικὰ μάτια, κάτω ἀπὸ τὸ παχνί, πολλὴν ὥρα, κ᾿ ἐλάτρευαν ἀχόρταγα τὸ θάμα τὸ οὐράνιο. Νά! τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!
»Ἔφτασαν κ᾿ οἱ τρεῖς Μάγοι, καβάλα στὶς καμῆλες τους. Εἶχαν χρυσὲς μίτρες στὸ κεφάλι, κ᾿ ἐφοροῦσαν μακριὲς γοῦνες μὲ πορφύρα κατακόκκινη. Καὶ τ᾿ ἀστεράκι, ἕνα λαμπρὸ χρυσὸ ἀστέρι, ἐχαμήλωσε κ᾿ ἐκάθισε στὴ σκεπὴ τῆς Σπηλιᾶς, κι ἔλαμπε μὲ γλυκὸ οὐράνιο φῶς, ποὺ παραμέριζε τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι. Οἱ τρεῖς βασιλικοὶ γέροι ξεπέζεψαν ἀπ᾿ τὶς καμῆλες τους, ἐμπήκαν στὸ Σπήλαιο, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ Παιδί. Ἄνοιξαν τὰ πλούσια τὰ δισάκια τους, κ᾿ ἐπρόσφεραν δῶρα: χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν.
- »Νά! τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!
»Πέρασαν τὰ Χριστούγεννα, τελειώθηκε τὸ μυστήριο, ἔγινε ἡ σωτηρία, καὶ τὸ Βασιλόπουλο δὲν ᾖρθε νὰ πάρη τὴν Λουλούδω! Οἱ βάρβαροι εἶχαν πάρει σκλάβο τὸ Βασιλόπουλο. Τὸ φουσάτο του εἶχε νικήσει στὴν ἀρχή, τὰ φλάμπουρά του εἶχαν κυριέψει μὲ ἀλαλαγμὸ τὰ κάστρα τῶν βαρβάρων. Τὸ Βασιλόπουλο εἶχε χυμήξει μὲ ἀκράτητην ὁρμή, ἀπάνω στὸ μούστωμα καὶ στὴ μέθη τῆς νίκης. Οἱ βάρβαροι μὲ δόλο τὸν εἶχαν αἰχμαλωτίσει!
»Τὰ δάκρυα τῆς κόρης ἐπίκραναν τὸ κῦμα τ᾿ ἁρμυρό, οἱ ἀναστεναγμοί της ἐδιαλύθηκαν στὸν ἀέρα, κ᾿ ἡ προσευχή της ἔπεσε πίσω στὴ γῆ, χωρὶς νὰ φθάση στὸ θρόνο τοῦ Μεγαλοδύναμου. Ἕνα λουλουδάκι ἀόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε ἀνάμεσα στοὺς δυὸ αὐτοὺς βράχους, ὁποὺ τὸ λὲν Ἀνθὸς τοῦ Γιαλοῦ, ἀλλὰ μάτι δὲν τὸ βλέπει. Καὶ τὸ Βασιλόπουλο, ποὺ εἶχε πέσει στὰ χέρια τῶν βαρβάρων, ἐπαρακάλεσε νὰ γίνῃ Σπίθα, φωτιὰ τοῦ πελάγους, γιὰ νὰ φτάση ἐγκαίρως, ὡς τὴν ἡμέρα ποὺ γεννᾶται ὁ Χριστός, νὰ φυλάξη τὸν ὅρκο του, ποὺ εἶχε δώσει στὴ Λουλούδω.
»Μερικοὶ λένε, πῶς τὸ Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ ἔγινε ἀνθός, ἀφρὸς τοῦ κύματος. Κ᾿ ἡ Σπίθα ἐκείνη, ἡ φωτιὰ τοῦ πελάγου ποὺ εἶδες, Μάνο, εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ Βασιλόπουλου, ποὺ ἔλιωνε, σβήσθηκε στὰ σίδερα τῆς σκλαβιᾶς, καὶ κανεὶς δὲν τὴν βλέπει πιά, παρὰ μόνον ὅσοι ἦταν καθαροὶ τὸν παλαιὸν καιρόν, καὶ οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι στὰ χρόνια μας».


Ψαρόβαρκα στο ηλιοβασίλεμα (Κωνσταντίνος Βολανάκης)

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

ΝΑΥΑΓΙΩΝ ΝΑΥΑΓΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ(1893)

Κωνσταντίνος Βολανάκης Καράβι στην καταιγίδα
Πελώριον κύμα, λυσσωδέστερον των άλλων, εκορυφώθη ου μακράν της ακτής, μανιώδες παφλάζον, μετά ροίβδου φοβερού ρηγνύμενον κατά του βράχου, αφήσαν οπίσω τους ασθενεστέρους του συντρόφους, αναλαβόν δε αυτό τον αγώνα, ως νά έτρεφεν ατομικόν πάθος κατά του ελαφρού σκάφους, ελεεινού φελλού, περιφέροντος εν εαυτώ, προς τη συμφυεί ελαφρότητι του ξύλου, και την τρικέφαλον ανθρωπίνην κουφότητα των ναυβατών. Σφοδρότατος Εύρος είχεν αρχίσει να φυσά από της δείλης, συρίζων λυσσωδώς εις θαλάσσας και ηπείρους, συσφίγγων και περιελίσσων εγγύθεν τα κύματα, εμβάλλων δίνας και στροβιλισμούς εις το πέλαγος, πεδίον άπειρον ασπόνδου πολέμου, όπου δυσδιάκριτον ήτο τό τε όρμητήριον και η κατεύθυνσις του εχθρού. Ο ορίζων είχε συσκοτασθεί ήδη πριν δύσει ο ήλιος, και ουρανός μολύβδινος, στυγνός και αφεγγής, εκρέματο ύπερθεν αγρίως μαινομένου πελάγους, άφωνος επί βρέμοντος, ακίνητος επί συνταραττομένου, ως θόλος σκοτεινού τζαμίου επί δαπέδου ορχουμένων δερβισών. Είτα κατήλθε κατά μικρόν η νυξ, συγχέουσα και συγκαλύπτουσα διά της αμέτρου μαυρίλας της την αταξίαν της πλάσεως, κρύπτουσα επάνω τούς αστέρας και κάτω τας ηπείρους και τας θάλασσας. Τρία άστρα ετρεμον άνω προς βορράν, πότε συγκρυπτόμενα, πότε επιφαινόμενα, έτοιμα να πέσωσιν εις το ατέρμον κράτος του Ποσειδώνος να ταφώσι, και άλλα δύο έφαινον προς μεσημβρίαν, ετοιμόσβεστα, ως λύχνοι πενιχράς καλύβης χωρικού εν ενιαυτώ αφορίας. Claude Monet Και τα κύματα φρίσσοντα, ορχούμενα, λυσσώντα, εθραύοντο μετά παιδικής πεισμονής κατά του βράχου, ηττώμενα αλλά μη καταβαλλόμενα, υπερήφανα ως να είχαν την συνείδησιν του ισχυροτέρου και της τελικής νίκης την πρόγνωσιν. Και έν κύμα πελώριον, φουσκωμένον, εωσφορικόν, πλαταγίζον, ογκούμενον, ως να είχεν εισέλθει κι εκρύπτετο έσω αυτού το δαιμόνιον του μίσους, φαντάζον οιονεί υγρόν κήτος, προτείνον αφρούς αντί οδόντων λευκών, συνέλαβεν ως διά πελωρίας αρπάγης, από τήν πρύμνην και από την πρώραν, από την τρόπιν και από τας δύο πλευράς, το μικρόν σκάφος, και φέρον το έρριψεν επί του βράχου, όπου μετά φοβερού ροίβδου και πολυκτύπου πλαταγισμού ο ασθενής φλοιός κατασυνετρίβη, διά νά πέσει πάλιν εις τε­μάχια εις τα πολλά μικρά κύματα., εις ά διελύθη εν ακαρεί το εν, το μέγα, τα οποία μετά φλοίσβου θωπευτικού εδέχθησαν την βοράν των.

Δεν ήτο όλως απόκρημνος η ακτή. Η παραλία τοιαύτη οίαν ηδύνατό τις κατά την ερεβώδη, την άναστρον και ασέληνον εκείνην νύκτα να την διακρίνει, θα ήτο γλυκεία και φιλομειδής υπό τας ακτίνας του φθινο­πωρινού ηλίου, πριν πνεύσει ο Εύρος, ο εμφυσήσας την μανίαν του εις τα κύματα. Είς μόνος υψηλός βράχος υπήρχε, διατείνων εις την θάλασσαν τας ρίζας, όπου αμέσως εβαθύνετο το ύδωρ. Και διά τούτο εφάνη ότι το κύμα, ή ο κρυπτόμενος εν αυτώ δαίμων, είχεν εκλέξει τον βράχον εκείνον, μεμονωμένον μεταξύ δύο αμμωδών αιγιαλών, επίτηδες, διά να συν­τρίψει κατά των νώτων αυτού το ελαφρόν σκάφος. Όταν το πονηρόν πνεύμα μαστίζει, κατά θείαν παραχώρησιν, τους εναρέτους των ανδρών, καίτοι μαινόμενον και λυσσών, μετά φόβου και ακουσίου ευλαβείας εγχωρεί εις το έργον. Αλλ' όταν παραδοθώσιν εις την εξουσίαν τού Σατανά τινές των φίλων του, πολλάκις αυτοί εκείνοι δι’ ών προ μικρού κατεβασάνιζε κι ετυράννει άλλους πάλιν φίλους του ή και εχθρούς του, μετ' αγρίας χαιρεκακίας εκτελεί το έργον του, το οποίον συνίσταται εις το να καταστρέφει και φονεύει τους ιδίους καλοθελητάς του. Οι επιβαίνοντες του μικρού τσερνικίου τρεις άνδρες δεν ήσαν βεβαίως ούτε άγιοι ούτε φύσει κακούργοι. Ήσαν αμαρτωλοί, υποπεσόντες κατά κόρον εις τα συν­ήθη και κοινά παρά πάσι πταίσματα, ίσως και εις ολίγην λαθρεμπορίαν πλέον μικράς δόσεως ναυταπάτης.

Εν τούτοις ο διάβολος δεν είχε λάβει, φαίνεται, μείζονα παραχώρησιν, όπως βλάψει και εις τα σώματα τούς ανθρώπους. Ο είς των τριών, άμα τη προσαράξει, είχε κτυπήσει τον αγκώνα και την πλευράν την δεξιάν εις τον βράχον, μεθ' ο αισθανθείς μέγαν πόνον εβυθίσθη εις την θά­λασσαν, αλλά συνελθών ταχέως, ανέθορε κολυμβών εις το κύμα, όπερ εφαίνετο έκπληκτον εκ της καταστροφής την οποίαν επροξένησε, και καταπραϋνθέν, εφλοίσβιζεν ημερώτερον περί τα συντρίμματα, ως θηρίον λείχον τα αίματα του ιδίου σπαράγματός του. Οι δύο άλλοι, οίτινες δεν εί­χαν πνιγεί, άλλ' επέπλεον με μακρούς βραχίονας επί του κύματος, τον ήρπασαν και φέροντες τον απεβίβασαν επί της άμμου, ήτις ελεύκαζεν εις το σκότος, ού μακράν του απαίσιου βράχου.



¯¯¯



Απ’ αυτής της θινός της θαλάσσης αρχόμενον, επί πλατείας λωρίδος γης, εξετείνετο πυκνότατον δασύλλιον πιτύων, επιστέφον την αγκάλην εκείνην της ερήμου παραλίας. Ένθεν και ένθεν δύο μαύραι ακταί χθαμαλαί διεκρίνοντο, κολοβαί εις το σκότος της νυκτός, χάνουσαι και το μι­κρόν των ύψος. Κατέμπροσθεν ο μέγας πόντος ηπλούτο, όστις εφαίνετο δια μιας κατευνασθείς και επανερχόμενος μεθ' υποκώφου βοής εις γαλήνην, κι ενέπνεε το αίσθημα εκείνο της μελαγχολικής αυτοπαρηγορίας, το οποίον κάμνει τα ανήσυχα γύναια των παραθαλασσίων κωμών, ενώ μίαν ώραν πριν έτρεχον νύκτα κομίζουσαι, δέσμας κηρίων, ζώνουσαι επτάκις τους ναΐσκους δια τεσσαρακοντοργυίου ταινίας κηρού, και σημαίνουσαι αυτοβούλως τους κώδωνας, διά να εξυπνίσωσι τον ενωρίς κατακλιθέντα εφημέριον όπως ψάλει παράκλησιν, αναφωνούσαι άμα: «Παναγιά μ', στο πέλαγο! Παναγιά μ', στο πέλαγο!», μίαν ώραν ύστερον, όταν πραϋνθεί, λέγω, ο άνεμος και κοπάσει η τρικυμία, τας κάμνει να υποψιθυρίζωσι παραμυθούμεναι αλλήλας ελληνοπλαστικώς και χριστιανοειδωλολατρικώς: «Όποιος πνίγηκε, μετάνιωσε!» Οι τρεις άνδρες απεναρκώθησαν επί της άμμου αναβάντες έως εκεί όπου δεν έφθανε το εφορμών και υποχωρούν κύμα να βρέχει τους πόδας των, διάβροχοι, ριγούντες και τρέ­μοντες, αισθανόμενοι μεγάλην νύσταν. Ο γεροντότερος των τριών, ο ιδιο­κτήτης και κυβερνήτης του συντριβέντος πλοίου, ωμίλει περί αναζητήσεως καλύβης τινός χωρικού όπως εύρωσι πυρ και στέγην κι επαρηγόρει τον υιόν του λέγων, «ας είναι υγεία, και θα κάμουν άλλο τσερνίκι μεγαλύτερο». Αλλ' ο υιός του δεν εφαίνετο λυπούμενος τόσον δια το τσερνίκι, όσον δι’ ένα ωραίον φλόκον εκ λευκού πανίου, καινουργή, τον οποίον ου προ πολλών ημερών με τας ιδίας του χείρας είχε ράψει, κι εφαίνετο δια­τεθειμένος να βουτήσει οπίσω πάλιν εις την θάλασσαν, με την ελπίδα να ανεύρει τον φλόκον. Επίσης ανεστέναζε και δια την μικράν φελούκαν, την οποίαν είχε χρωματίσει προ ημερών ο ίδιος λίαν κομψώς κι επιμελώς, μαύρην και λευκήν, ο δε σκληρός αιφνιδίως πνεύσας άνεμος τους την είχεν αρπάσει, πριν προφθάσωσι να την αναβιβάσωσιν επί του πλοίου, καθ' ην στιγμήν τους «εξούριασεν» από την Κυρα-Παναγιά. Διότι είχαν προσορμισθεί παρά τινα αλίμενον παραλίαν ερημονήσου, διά να φορτώ­σουν τυριά, αλλ' η σοροκάδα με μισόν φορτίον τούς παρέσυρεν έξαφ­να, κόψασα την άλυσιν της αγκύρας, αφαρπάσασα και την μικράν βαρκούλαν. Ο δε τρίτος, όστις ήτο ο πραγματευτής, αυτός εκείνος όστις είχε κτυπήσει βραχίονα και πλευράν κατά του βράχου, δεν ησθάνετο τόσον πόνον εκ της πληγής του, αλλ' έκλαιεν ενθυμούμενος την μίαν και ημίσειαν δωδεκάδα των δερματοτυρίων, τα οποία είχε φορτωμένα επί του πλοίου, και τους εξώρκιζε προτρέπων αυτούς να μείνωσιν ως το πρωί, όπως ίδωσιν αν δεν ήτο τρόπος ν’ ανακαλύψωσιν εις τον πυθμένα της θαλάσσης τινά εκ των δεκαοκτώ δερματίων, τα οποία τού εκόστιζαν πλέον των δισχιλίων δραχμών, ως έλεγεν. Αλλ' ο νεαρός ναύτης τον επετίμα λέγων ότι δεν ήτο εις τα καλά του να επιμένει, μετά τόσην καταστροφήν (αφού το τσερνίκι, το κάτω-κάτω, ήξιζε κάτι περισσότερον από τα δερματοτύρια, κι έπειτα, αν δεν του έδιδαν χείρα βοηθείας οι δύο των, δύσκολα θα εγλύτωνε την ζωήν του ανάμεσα εις τα συντρίμματα του πλοίου και εις τον βράχον), ότι έπρεπε να ζητήσωσι τα τυριά εις το βά­θος της θαλάσσης, τα οποία, αλμυρά ήδη από πριν, θα κατήντησαν να μην εμβαίνουν εις στόμα μετά το θαλασσοπότισμα.

Ούτως ο νεώτερος παρήτησε την ιδέαν του ν' αναζήτησει τον φλόκον, ο δε γέρων επανέλαβεν εντονώτερον ότι ήτο καιρός να κοιτάξωσιν αν θα εύρωσι κάπου άνθρωπίνην ψυχήν νά τους βοηθήσει, ή τουλάχιστον μέρος «ν’ απαγγιάσουν». Ηγέρθησαν, οι δύο οδηγούντες, ο τρίτος αναγκαστικώς ακολουθών, και μετά κοπιώδη έρευναν, αφού εβεβαιώθησαν ότι αι δύο ακταί ήσαν δύσβατοι και κρημνώδεις, εύρον, εις το όριον της άμμου, ρίζας τινάς δένδρων πατημένας, οιονεί φλέβας της γης εξεχούσας, κατά την αρχήν του δάσους, όπου έφαίνετο μικρά αλωή, και ήρχιζε να χαράσσηται μονοπάτι. Ο νεώτερος, πρώτος βαδίζων, εισήλθεν εις το μονοπάτι αυτό, επιστρεφόμενος κατά πλευρόν και τείνων την χείρα εις τον γέροντα, όστις εκράτει εκ του αριστερού βραχίονος τον σύντροφόν του, και, μόλις διακρίνοντες τα αντικείμενα, πότε προσκόπτοντες επί ξηρών στελεχών ή λίθων, επροχώρησαν έπ’ ολίγα λεπτά της ώρας εντός του δάσους. Εβάδίζον με την ασθενή ελπίδα ότι θα υπήρχε σιμά κάπου, αν όχι καλύβη χωρικού, τουλάχιστον μανδρίον ποιμένος, και ότι θα εύρισκον ψυχήν συμπο­νούσαν εις την δυστυχίαν των. Από καιρού εις καιρόν ο νεώτερος έκραζε με την τραχείαν φωνήν του, ήτις ήτο ικανή ν' άπομακρύνει αντί να προσεγγίσει οιανδήποτε βοήθειαν: «Ε! δεν είναι άνθρωποι εδώ;» Ήσαν δε οικτροί, εκρύωναν, έπασχον φρικωδώς, με τα στραγγισμένα αλλά μη στεγνωμένα ενδύματα των, και το στενόν, αόριστον, ζοφερόν εκ του διπλού σκότους της νυκτός και του δάσους μονοπάτι δεν ήτο δρόμος πρόσφορος όπως προσπαθήσωσι διά της ταχυπορίας να θερμανθώσι και ζωογονηθώσιν.



¯¯¯



Αφού εβάδισαν επ' ολίγα λεπτά, διασχίζοντες κατά πλάτος το σύνδενδρον μέρος, έφθασαν όχι μακράν της εσχατιάς του δασυλλίου, όπου τα δένδρα ήρχιζον κατά μικρόν ν' αραιώνωνται. Εκεί τότε είδον ασθενές φως, τρέμον επί της κλιτύος του λόφου, καταντικρύ των, προς το βορειο-δυτικόν. Ο γέρων είπε «Δόξα σοι ο Θεός!», ο έμπορος ενθυμήθη τα δερματοτύρια κι εστέναξε, και ο νέος εμάσα τάς λέξεις του και κατέπινε τους γογγυσμούς του, ενθυμούμενος τον λευκόν εκείνον φλόκον τον εκ καινουργούς αμερικανικού πανίου, τον οποίον είχε ράψει ο ίδιος με τας χείρας του προ πέντε ημερών.

Το φώς, σημειούν καλύβην χωρικού εκεί κατοικούντος, εφαίνετο οχι πολύ απέχον, ως ήμισυ μίλιον. Ανάγκη ήτο να βαδίσωσιν, όπως φθάσωσι ναυαγοί εις τον επί της ξηράς εκείνον ασθενή φάρον. Βαθύ ήτο το σκότος. Κατενώπιόν των εξηπλούτο μεγάλη ομαλή πεδιάς, ήτις εφαίνετο μαύρη, μονότονος, άδενδρος, εις το σκότος. Θα την ενόμιζέ τις ώς αμμώδη έκτασιν δεκαπλασίαν τής άμμου εκείνης ην είχον εγκαταλίπει προ ημι­σείας ώρας, παρά τον αιγιαλόν, αν δεν ήτο αμαυρά, αλαμπής και άστιλπνος. Εφαίνετο μάλλον ως μαυρισμένη εκ προσφάτου εμπρησμού πεδιάς, πε­διάς αμμώδης, όπου εκάησαν τά χόρτα κι εμαύρισεν η κόνις, χωρίς να μείνει στάκτη εκ καέντων δένδρων, ή ότι ραγδαίος υετός είχε μαυρίσει την τέφραν και είχεν αφομοιώσει το χώμα με τα ίχνη του εμπρησμού.

Ο γέρων, όστις, αν και δεν ήθελε να το ομολογήσει, επόνει περισσότερον διά το τσερνίκι του ή όσον ο έμπορος δια τα τυριά του, ίσως κι έπασχεν εκ παλαιών ρευματισμών τούς πόδας, είχε βαρύνει εις τον δρόμον κι έπρόσκοπτε συχνά κατά των εμποδίων της οδού. Τούτου ένεκα ο υιός του ηναγκάσθη ν’ άφήσει την πρώτην τάξιν εις το βάδισμα, ελθών δεύτε­ρος, και κρατών εκ του αριστερού βραχίονος προπορευόμενον τον πατέρα του, διά να οδηγεί και υποστηρίζει το βήμα αυτού, διά δε της ευωνύμου κρατών την δεξιάν τού ακολουθούντος εμπόρου. Ο γέρων, καθώς εβάδιζε πρώτος, αδυνατών να διακρίνει τα αντικείμενα, προέβη, πριν προλάβει και ο υιός του να εξετάσει και αναγνωρίσει το έδαφος, κι επάτησεν επί της μαυρισμένης εκτάσεως, πριν ακριβώσει καλώς τι πράγμα ήτο. Παρέ­συρε και τον νέον, αναγκασθέντα να προβεί δύο βήματα όπως τον συγκρατήσει, ούτος δε συμπαρέσυρε και τον πραματευτήν εις το επισφαλές βήμα. Τριπλούν μπλούμ ! ηκούσθη έξαφνα. Είχαν πατήσει και οι τρεις εις το ύδωρ. Εφαίνετο την εσπέραν εκείνην ότι το υγρόν στοιχείον τούς είλκυε, τους εκυνήγει κατά πόδα, τους διεξεδίκει ως ιδικούς του. Έπεσαν και οι τρεις έως το γόνυ εις την ιλύν, έως τον βουβώνα εις το ύδωρ. Ο γέρων κατηνέχθη πρηνής, ο νέος εγονάτισε πλησίον του, προσπαθών να τον κρατήσει εκ της οσφύος, ο έμπορος έπεσε κατά πλευράν.

Ήτο λίμνη εκτεινομένη πλατεία εκείθεν του δάσους, της οποίας την ύπαρξιν ηγνόουν οι ναυαγοί. Είχεν ικανόν μέγεθος, και εις τον βούρκον της έβοσκον όχι ολίγοι εγχέλυες κι έφώλευον λοξοπατούντα καβούρια. Αμέτρητον δε ήτο το πλήθος των αχιβάδων, των οποίων τα κελύφη, κενά και απόζοντα κατά το πλείστον, απετέλουν τήδε κακείσε το ανώτερον του πυθμένος στρώμα, υποκάτωθεν του οποίου αβολιδοσκόπητον υπέκειτο το βάθος της ιλύος, εφ' ής εκόλλησαν πεσόντες οι τρεις ναυαγοί, ο πρώτος επίστομα κύπτων εις τον πυθμένα, ο δεύτερος γονατιστός επί του τενάγους, ο τρίτος πλαγίως εις το πλευρόν.

—Άλλο πέσιμο αυτό πάλι· εψιθύρισεν ο γέρων, αφού ο υιός του, μασών τας βλασφημίας και αράς του, τον ανήγειρε μετά πολλού κόπου εις τους πόδας του.

— Αυτή τη φορά εχτύπησα μαλακά τουλάχιστον, είπεν ο πραγματευτής, αινιττόμενος το επί του βράχου κτύπημά του, τον εκ του οποίου πόνον τον είχε κάμει να λησμονήσει έως τώρα η ενθύμησις των δερματοτυρίων του.

— «Ο βρεμένος τη βροχή δεν τη φοβάται». Μη χειρότερα, δόξα σοι ο Θεός! επανέλαβε μετ' εγκαρτερήσεως ο γέρων ναυτικός.

Την ιδίαν στιγμήν, ενώ μετά κόπου εξεκόλλων από την ιλύν κι έστράγγιζαν τα ενδύματα των, ξηρός κρότος σκανδάλης υψούμενης ηκούσθη εκεί πλησίον.

Ο νέος εστράφη και διακρίνει αριστερόθεν αμυδρώς όπισθεν των δένδρων, διαγραφομένην χθαμαλήν καλύβην, την οποίαν δεν είχαν παρατηρήσει τέως, ούτε ήτο δυνατόν να την παρατηρήσωσι, διότι εκ του μονο­πατιού, δι' ού είχαν έλθει, όπισθεν πυκνής συστάδος κρυπτομένη, δεν ήτο ορατή.

Η καλύβη έκειτο παρ' αυτήν την όχθην της λίμνης, βρεχομένη σχε­δόν υπό του ύδατος. Έμπροσθεν της καλύβης, ο νέος διέκρινε την στι­γμήν εκείνην σκιάν τινα διαγραφομένην, αμαυράν, κύπτουσαν προς το ύδωρ.

Ο νεαρός ναύτης δεν επίστευσεν ότι ήτο φάντασμα ουδέ καν βόσκημα. Εκ της υπόπτου δε ησυχίας, την οποίαν ετήρει η σκιά μετά τον ακουσθέντα μικρόν κρότον, εφαίνετο ότι δεν ήτο αγρίμιον.

Ο νέος ενόησεν αμέσως κ' έσπευσε να φωνάξει:

— Μην τραβάς! είμαστε φίλοι!

Η σκιά έκαμε κίνημα, ως να απέσυρε κάτι, και είτα τραχεία φωνή ηκούσθη:

— Ποιοι είστε; τι θέλετε;

— Πέσαμε όξου, απήντησεν ο υιός του κυβερνήτου. Είμαστε θαλασσοπνιγμένοι.

Μετ' ολίγας στιγμάς η φωνή ειπεν:

— Από δω ελάτε.

Ο άνθρωπος ήναψε φανάριον, κι έδειξε τον δρόμον εις τους τρεις ναυαγούς.

— Κι εγώ θάρρεψα πως θέλετε να μου κλέψετε τα χέλια, είπε.

— Πέσαμε μες στο νερό, γιατί δε βλέπαμε, είπεν ο νέος ναυτικός. Δεν καταλάβαμε πώς ήτανε λίμνη.



¯¯¯



Υποκάτω εις τρία αδελφωμένα δένδρα ήτο η επί πασσάλων θεμελιω­μένη και με φυλλάδας πλατάνων εστεγασμένη καλύβη του χωρικού, όστις ήτο ο βοηθός και αντιπρόσωπος του εκμισθωτού της λίμνης. Ο κύριος έλειπε, τους είπεν. Είχεν αναχωρήσει αποβραδύς, αφού ήναψε το κανδήλι του οικίσκου, αντικρύ, όπου έλαμπεν ο φεγγίτης, και δεν του είχεν αφή­σει το κλειδίον. Ώστε, δυστυχώς, δεν ηδύνατο να τους περιποιηθεί εις την οικίαν τού αφεντικού.

Ο επιστάτης ήτο νέος χωρικός λίαν βραχύσωμος, πρώην βοσκός, κομπορρήμων και φλύαρος. Δεν είχεν αρκετά ενδύματα όπως δανείσει εις τους τρεις ανθρώπους, αλλ' έδωκεν εις τον ένα φανέλαν, εις τον άλλον υποκάμισον και εις τον τρίτον μίαν κάπαν. Εις το προαύλιον της καλύ­βης του, επί του σαρωμένου και στιλπνού εδάφους, ήναψε φωτιάν και οι τρεις άνθρωποι καθίσαντες τριγύρω επροσπάθουν να στεγνώσουν τα βρεγμένα ρούχα των.

Εν τω μεταξύ διηγήθησαν εις τον χωρικόν πώς είχον ναυαγήσει. Εκείνος ήκουσε την διήγησιν πλειοτέρας παρατηρήσεις εκφέρων ή όσην ακρόασιν έδιδεν.

Όταν τέλος ήκουσε πώς, μετά τον διά του δάσους τυφλόν και σκοτεινόν δρόμον των, έπεσαν εις το ύδωρ της λίμνης, έμφοβος ανέκραξεν:

— Επέσατε μέσα στη λίμνη ; Θαμάζουμαι πώς δε σας εκατάπιε το μάτι τής λίμνης !

Οι τρεις άνδρες με όλην την δεινοπάθειαν και συμφοράν, την οποίαν είχον υποστεί, εύρον ακόμη την δύναμιν να εκπλαγώσι, κι εστάθησαν κοιτάζοντες τον αγρότην με απλήστου περιεργείας έκφρασιν.

— Το μάτι της λίμνης! ανέκραξεν ο πραματευτής.

— Το μάτι της λίμνης, βέβαια, επανέλαβεν ο αγρότης· είναι μες στη λίμνη βαθιά… κι άμα πέσει κανείς μέσα, ή άνθρωπος είναι η πράμα, δεν έχει να γλυτώσει. . . Το μάτι της λίμνης τον τραβά, τον ρουφάει, και το μάτι της λίμνης βγαίνει τα - ίσα στον αφαλό της θάλασσας. Πολλές φορές οι παλαιοί, οι παππούδες μας, είδανε με τα μάτια τους που ένα πράμα, που το ερρούφηξε το μάτι της λίμνης, έξαφνα βρισκότανε στη θάλασσα, μέσα βαθιά, ανάμεσα στα δυο νησιά πέρα. Είδατε τα δυο νη­σιά πού είν’ εκεί αντίκρυ, ως τρία μίλια ανοιχτά στο πέλαγο;. . . Εκεί ανάμεσα είναι ο αφαλός της θάλασσας. Εμένα του παραπαππού μου, του σχωρεμένου, του είχε πέσει μια φορά ένα κατσίκι, εκεί πού πήγε ν’αρμυρίσει κι επνίγηκε μες στη λίμνη. . . Εζήτησε να βρει το ψοφίμι, μη φάνε τα ψάρια και θεριέψουν, και δεν το ηύρε, ούτε στον αφρό ούτε στον πάτο. Την άλλη μέρα το ηύραν ψαράδες ανάμεσα στα δυο νησιά, εκεί πέρα. . . Το είχε ρουφήξει το μάτι της λίμνης, και το είχε ξεράσει, πέρα κει, ο αφαλός της θάλασσας... Τ' αλλουνού παραπαππού μου πάλι, του παππού της μάννας μου, του είχε φύγει μια μέρα η μαγκούρα του, κει που πήγε να νιφτεί, και καθώς ήτον ξερή κι ελαφριά, την επήρε το κύμα και δεν ημπόρεσε να την φτάσει, γιατί, ως που να βγάλει τα τσαρουχάκια του να πατήσει μες στο νερό, η μαγκούρα επήγε μακριά, κι ο παραπαππούς μου, Θεός σχωρέσ’τον, θα βουλιούσε να πάει παραμέσα στο βούρκο. Εγώ να ήμουν θα έπεφτα κολύμπι να πάω να πιάσω τη μαγκούρα, γιατί δε μου βγαίνει κανένας στο κολύμπι. Εκείνου του καιρού οι ανθρώποι, οι πρωτινοί, δεν ήξεραν, γλέπεις, κολύμπι, τους έπιανε φόβος να εμβούν στη θάλασσα. Και να μου έμελλε ή μοίρα μου να πάθω το τι πάθατε, θα εγλύτωνα με το κολύμπι, όχι σαν ελόγου σας που πέσατε όξου.

— Μα κι εμείς γλυτώσαμε με το κολύμπι, είπε γελών ο νεώτερος των ναυαγών.

— Ναι, γλυτώσατε, δε λέω, επανέλαβεν απτόητος ο χωρικός, μα να ήμουν εγώ… με το κολύμπι... θα γλύτωνα και το καΐκι. . . Ας είναι, τι σας έλεγα ; Α! ναι για τον παραπαππού μου που έχασε τη μαγκούρα του. Την Κυριακή, σαν επήγε στο χωριό να ψωνίσει, βλέπει ένα γέρο βαρ­κάρη κι εκρατούσε μια μαγκούρα. Ο παραπαππούς μου την είχε σημα­δεμένη και την εγνώρισε. Ήτον η δική του. Τον ερωτά πού την ηύρε. Ο βαρκάρης τού αποκρίνεται πώς την ηύρε ανάμεσα στα δυο νησιά. Τότε ο παππούς μου δεν του είπε τίποτε, μα εκατάλαβε πώς την είχε ρουφήξει το μάτι της λίμνης, και την είχε ξεράσει, ο αφαλός της θάλασσας… Ο νουνός του παππού μου πάλι, ο γέρο-Κωνσταντής ο Κούμαρης, ηύρε μια μέρα ένα στραβόξυλο παλιό, μαύρο, θαλασσοποτισμένο, με τες τρύπες των καρφιών γεμάτες σκουριά, που το είχε βγάλει η λί­μνη στα ρηχά, βουλιαμένο όσο που το σκέπαζε το κύμα. Που θελά - βρεθεί το στραβόξυλο στη λίμνη μέσα; Καΐκι, σαν καληώρα το δικό σας, για να πέσει όξου, θα ’πεφτε στη θάλασσα, όχι στη λίμνη. Κατά πώς φαί­νεται, το είχε ρουφήξει ο αφαλός τής θάλασσας και το είχε στείλει στο μάτι της λίμνης, και το μάτι τής λίμνης το ξέρασε. . . Αλήθεια, επέφερεν ο χωρικός, αισθανθείς την ανάγκην να πάρει τον ανασασμόν του, που κοντά επέσατε όξου, τουλόγου σας ;

Ο γέρων απήντησε δεικνύων διά της χειρός :

— Στον κάβο, εδώ κάτου.

Ο αγρότης εστάθη, ως να εζήτει λόγους διά να πεισθεί αυτός πεί­θων και τούς άλλους· είτα επανέλαβε με αμυδράν αστραπήν επιθυμίας εις το όμμα:

—Και είχατε τίποτε φόρτωμα μες στο καΐκι ;

Ο έμπορος, του οποίου την πληγήν ήνοιγεν η ερώτησις, έσπευσε μετά βαθέος στεναγμού να απαντήσει:

— Δεκαοχτώ τουλούμια τυρί είχα φορτωμένα εγώ, κι εβούλιαξαν.

— Δεκαοχτώ τουλούμια τυρί! επανέλαβε με τόνον βασίμου υποψίας ο ποιμήν, σίγουρα θα τα κατάπιε ο αφαλός της θάλασσας.

— Δεν ημπορεί το ελάχιστο να τα ξεράσει πίσω το μάτι της λίμνης; ηρώτησεν ακουσίως μειδιών, ερμηνεύων την ελπίδα του εμπόρου ο νεώ­τερος των ναυαγών.

— Δε γίνεται, είπεν ο χωρικός· τόσα κομμάτια δεν μπορεί να στείλει ο αφαλός της θάλασσας στο μάτι της λίμνης· να ήτον να τα κατάπινε από ένα ένα το μάτι, μπορούσε να τα βγάλει πίσω ό αφαλός.

Ο πραματευτής εφαίνετο επιθυμών να ερωτήση τι και διστάζων. Τέ­λος αποφασίσας, εστράφη προς τον χωρικόν και τον ηρώτησε.

— Και ξέρεις τουλόγου σου εις ποιο μέρος της λίμνης βρίσκεται αυτό το μάτι ;

— Πώς δεν το ξέρω! απήντησεν εν πεποιθήσει ό αγρότης· το ξέρω βέβαια· μα δεν είναι να ζυγώσει άνθρωπος εκεί κοντά· θα τον ρουφήξει χωρίς άλλο το μάτι· κι από μακριά ακόμα, ημπορεί να τον τραβήξει, αν δε φυλαχτεί. Εμείς το ξέρουμε, κι όταν ψάχνουμε για χέλια μες στο βούρκο, φυλαγόμαστε, και δε σιμώνουμε καθόλου σ’ εκείνο το μέρος.

Ο πραματευτής εταπείνωσεν άπελπις την κεφαλήν.

Ο νεαρός ναυτικός έκαμε την παρατήρησιν ότι το μέρος όπου είχαν ναυαγήσει απείχε μίλια από «τα δυο νησιά», όπου ο επιστάτης έλεγεν ότι ευρίσκετο «ο αφαλός της θάλασσας». Ο χωρικός απήντησε:

— Ναι, είναι μακριά. . . δεν έχει να κάμει. . . ο αφαλός της θάλασσας τραβάει κι από μακριά τα πράματα άμα πέσει όξου κανένα καΐκι φορ­τωμένο . . .



¯¯¯



Την επαύριον, όταν ωδήγησε τους τρεις ναυαγούς εις την πολίχνην, ο επιστάτης της λίμνης, αφού έπιε τρεις μαστίχας, διηγείτο εις έν καπηλείον εις επήκοον πολλών:

— Τι θάμασμα που έγινε πίσω, στην Καναπίτσα !. . . Δεκαοχτώ τουλουμοτύρια, το φόρτωμα ενός καϊκιού πού έπεσε ψες όξου, τα ερρούφηξεν ο αφαλός της θάλασσας, και τα ξέρασε πίσω το μάτι της λίμνης. . . Θα φάμε χέλια παχιά φέτος, παιδιά. . . Από βδομάδα, σαν αφήσει τ’ αφεντικό, θ’ αρχίσω να τα ψαρεύω. . . Έπεσαν στα τυριά, φάγανε κι ά-δέ φάγανε. . . του διαόλου τα χέλια, βρε ! Ως και τα δερμάτια τα μισοφάγανε .... τα κάμανε τρύπες - τρύπες, κόσκινο…Ούτε ένα τουλούμι δε μπό­ρεσα να γλυτώσω. . . Δεκαοχτώ τουλούμια τυρί!

— Δεκαοχτώ τουλούμια! επανέλαβε μετά θαυμασμού εις των ακρο­ατών.

— Δεκαοχτώ τουλούμια, σωστά! Τα ξέρασε το μάτι της λίμνης... Τα ξεφαντώσανε τα χέλια και τα κεφαλόπουλα !

Ο κάπηλος, ως να ήτο συνεννοημένος μαζί του, εξήγαγε ποντικοφαγωμένον τεμάχιον τυροδερματίου, και το επέδειξεν εις πίστωσιν προς τους παρεστώτας.

— Να! όποιος δεν πιστεύει, είπε· μονάχα αυτό το κομμάτι από ένα τουλούμι μπόρεσε να γλυτώσει!

— Αλήθεια, επεβεβαίωσε, λαβών το τεμάχιον του ασκού εις την χείρα, ο επιστάτης της λίμνης· με το μαχαίρι χρειάστηκε να κόψω το κεφάλι ενός χελιού, δια να το γλυτώσω απ’ τα δόντια του· να ακόμη οι δοντιές του !

Κι επεδείκνυε τα ίχνη των οδόντων των ποντικών.

— Ώστε, καλά είναι να κάμουμε τώρα ένα δρόμο ως εκεί, ή για τυρί ή για χέλι; ηπείλησεν εις των παρεστώτων.

— Ά βάρδα μπένε ! θα χάσετε τον κόπο σας. Είναι σήμερα τ’ αφεν­τικό εκεί.. . είπεν ο επιστάτης.

— Και τ’ αφεντικό δε χωρατεύει, υπεστήριξεν ο κάπηλος. . . Δεν το ’χει για τίποτε να σας τουφεκίσει με σκάγια, και να πει υστέρα πως σας πήρε γι’ αγριόπαπιες, κι έκαμε γιαγνίς.



¯¯¯



Ευδία ήτο η φθινοπωρινή ημέρα.

Από της πρωίας ο πραματευτής έτρεχε να εύρει πορθμέα, όστις να είναι και ολίγον βουτηχτής, δια να τον συμφωνήσει ν’ αναλάβει την προς ανεύρεσιν των δερματοτυρίων έρευναν. Αλλ’ ο πρώτος, προς τον οποίον απηυθύνθη, του εζήτει τα μισά δερματοτύρια διά τον κόπον του, ο δεύτε­ρος του εζήτησε μετρητά τριακοσίας δραχμάς, και ο τρίτος του εζήτει εκ των δεκαοκτώ δερματοτυρίων τα επτά, και ακολούθως κατέβη έως τα πέντε. Τέλος εσυμφώνησε μ’ ένα τέταρτον πορθμέα διά τρία δερματοτύρια.

Άλλ’ όταν εξεκίνησεν ούτος να υπάγει, ήτο ήδη δειλινόν.

Την πρωίαν ο πρώτος πορθμεύς, προς τον όποιον είχεν αποταθεί, ο μπαρμπα - Γιάννης ο Ξυνιώτης, αφού δεν εσυμφώνησε με τον πραματευτήν, απεφάσισε ν’ ανασύρει τα δερματοτύρια διά λογαριασμόν ιδικόν του. Όθεν, λαβών τον γάντζον του, έπλευσεν εις την Καναπίτσαν και ψάχνων σιγά-σιγά ανεύρε και ηλίευσεν εκ των δεκαοκτώ τα δεκατρία δερματοτύρια.

Ο μπάρμπα-Γιάννης ευχαριστημένος ότι δεν έχασε την ημέρα του ητοιμάζετο ν’ απομακρυνθεί δι’ άλλης οδού να μεταφέρει ασφαλώς οίκαδε τα δεκατρία δερματοτύρια. Αλλά την ιδίαν στιγμήν φθάνει με την βάρκαν του ο μπάρμπ’ Αποστόλης ο Χρυσοχέρης, και του ζητεί μερίδιον από την λείαν. Ο μπαρμπα - Γιάννης ηναγκάσθη να του δώσει από τα δεκατρία δερματοτύρια τα τέσσαρα.

Πριν απομακρυνθεί ο μπάρμπ’ Αποστόλης, φθάνει ο γερο - Μανώλης ο Άπαντος, και ζητεί και ούτος το μερίδιόν του. Ο μπαρμπα-Γιάννης ηναγκάσθη να δώση εις αυτόν από τα εννέα δερματοτύρια τα τέσσαρα.

Μόλις απήλθεν ούτος, και παρουσιάζεται ο μαστρο-Κωνσταντής ο Καλαφάτης, δανεισθείς ξένην βάρκαν, διά να έλθει και ούτος να ζητήσει το μερίδιον του. Ο μπαρμπα-Γιάννης ο Ξυνιώτης συγκατένευε να του δώση εκ των πέντε, όπου του έμειναν, τα δύο, δια να κρατήσει και αυτός τρία τουλάχιστον διά τον κόπον του. Αλλ' ο μαστρο-Κωνσταντής δεν εταιριάζετο, φωνάζων και λέγων ότι αδικεί, ότι εις τους άλλους έδωκε ανά τέσσαρα, και ότι θα υπάγει να τον καταγγείλει. Ο μπαρμπα-Γιάννης εβιάσθη να του δώσει τα τέσσαρα, κρατήσας αυτός έν διά τον εαυτόν του.

Όταν περί οψίαν δείλην έφθασε τέλος με την βάρκαν του ο Δημήτρης ο Φτελιός, ο πορθμεύς τον οποίον είχε συμφωνήσει ο πραματευτής, οι τέσσαρες λεμβούχοι είχαν γίνει προ πολλού άφαντοι. Ο Δημήτρης ο Φτελιός, με τον γάντζον, με την πράγκαν και με το καμάκι, αφού επί πολλήν ώραν ανεσκάλευσε τον πυθμένα της θαλάσσης, κατώρθωσε και ανεύρε τρία εκ των βυθισθέντων δερματοτυρίων, όσα ακριβώς του εχρειάζοντο διά την συμφωνηθείσαν αμοιβήν του. Τα λοιπά, τα είχε παρασύρει ίσως η θάλασσα, και δεν ευρέθησαν.

Και τούτο ευλόγως συνέτεινε να πιστευθεί παρά πολλοίς η φήμη, την οποίαν είχε διαδώσει από πρωίας ο επιστάτης της λίμνης — ότι τα δεκαοκτώ δερματοτύρια τα είχε καταπιεί ο αφαλός της θαλάσσης, ότι τα είχε ξεράσει το μάτι της λίμνης, και ότι οι εγχέλεις τα κατέφαγαν,



(1893)







Από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου με κάποιον επιπλέον εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό).