Παρασκευή, 1 Μαΐου 2009

ΜΑΡΑΜΠΟΥ

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
Πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο
Πως τις γυναίκες μ΄ έναν τρόπον ύπουλο μισώ
Και πως μαζί τους να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω

Ακόμα λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,
Πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο
Κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
Σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.

Ακόμα λένε πράματα φριχτά πολύ,
Που είναι όμως ψέματα και κατασκευασμένα,
Κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το έμαθε, γιατί δεν το ΄πα σε κανένα

Μ΄ απόψε, τώρα που έπεσε η τροπική βραδιά,
Και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη
Κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω στο χαρτί,
εκείνο που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σε ένα λαμπρό Ποστάλ
Και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε την γνώρισα -σαν άνθος έμοιαζε αλπικό-
Και μια στενή μας έδεσε αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
Κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού είχε αυτοκτονήσει,
Ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τηνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπάσκιρτσεφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
Και την Αγία της Αβίλας παράφορα αγαπούσε,
Συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς την γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταίρων εγνώριζα κορμιά,
Κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ΄ τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό της πέρασα σταυρόν απ΄το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης
όταν εφθάσαμε σ΄ αυτήν που θα ΄φευγε την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά
Ως ένα παραστάτη μου και άγγελο φύλακα μου
Και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μες στην καρδιά της Άμμου.

Νομίζω πως θε να 'πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,
Κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!… Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό
Είχα μεθύει τρομερά με ουίσκι τζιν και μπύρα,
Και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
Τον δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς
Κάποια μ΄ άρπαξ΄ απότομα, γελώντας το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μια κάμαρα στενή, μικρή σαν όλες βρωμερή,
Οι ασβέστες απ΄ τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
Κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
Με σκοτεινά, παράξενα δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα και έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλα μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησαν, ως λένε οι ποιητές
"μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλα της"

Όταν την είδα και στο φως το αχνό το πρωινό
Μου φάνηκε λυπητερή μα κολασμένη τόσο
Που με ένα δέος αλλόκοτο, σαν να είχα φοβηθεί,
Το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά…Μα έβγαλε μια φωνή,
Και είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
Και μια το πορτοφόλι μου…Μ΄απόμεινα και εγώ
Έναν σταυρόν απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
Σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει
Φέρνοντας μες στο σώμα μου μια αρρώστια τρομερή,
Που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
Πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
Πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω και κοκό.
Μ΄αν ΄ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ΄ είχαν συγχωρέσει…

Το αφρικανικό μαραμπού
Το χέρι τρέμει…Ο πυρετός….Ξεχάστηκα πολύ,
Ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
Νομίζω πως στην μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω…




(Μεταξύ των Ναυτικών της εποχής του υπήρχε η δοξασία ότι οι Κινέζοι, οι Κεφαλλονίτες και οι Μαρκόνηδες ήταν λίγο τρελούτσικοι. Ο Καββαδίας ήταν Κεφαλλονίτης στην καταγωγή, μαρκόνης στο επάγγελμα και γεννημένος στη Μαντζουρία. Η κατάληξη ήταν μεγάλο κέρδος για τα Ελληνικά γράμματα.)